Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού. |
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Θεματικές κατηγορίες » Ναυτικοί όροι ««« « Ναυπηγικοί όροι |
Βιβλιογραφία
- Δείτε τη σειρά για τη ναυτική τέχνης στις βιβλιοθήκες ρου Ιδρύματος Ευγενίδου. Όπως
- Ηλίας Ι. Λαδάς (2012), Το εγχειρίδιο του αρμενιστή. Παραδοσιακή Ιστιοπλοΐα & Ναυτική Τέχνη για Προσκόπους. Αθήνα. Ίδρυμα Ευγενίδου (βιβλιοθήκες) - Σώμα Ελλήνων Προσκόπων. pdf πρόσβαση:2025.06.15.
- ※ στο Βικιλεξικό: → γοφός
- Ηλίας Ι. Λαδάς (2012), Το εγχειρίδιο του αρμενιστή. Παραδοσιακή Ιστιοπλοΐα & Ναυτική Τέχνη για Προσκόπους. Αθήνα. Ίδρυμα Ευγενίδου (βιβλιοθήκες) - Σώμα Ελλήνων Προσκόπων. pdf πρόσβαση:2025.06.15.
- Βιβλία ναυτικού-ναυτιλιακού τομέα, Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια Παιδαγωγικό Ινστιτούτο @pi-schools.gr
{{Π:Ναυτικό}}Λεωνίδας Παλάσκας, Αλέξανδρος Κουμελάς, Φίλιππος Ιωάννου, Ονοματολόγιον ναυτικόν. Εν Αθήναις: Εκ του Εθνικού Τυπογραφείου, 1884 [Εισαγωγή, υπογεγραμμένη το 1858] @anemi- Παλιότεροι όροι στην καθαρεύουσα. Αντίστοιχοι όροι της εποχής γαλλικά, αγγλικά
Pages in category "Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)"
- Πρότυπο:Π:Ναυτικό
- cabotage
- αβάρα
- αβαράρω
- αβαρία
- Αβέρωφ
- αβλαβής διέλευση
- αβλέμονας
- αγάντα
- αγαντάρισμα
- αγαντάρω
- αγκουρέτο
- αγκύλη
- αγκύλιο
- άγκυρα
- αγκυροβολημένος
- αγκυροβόλος
- αγκυρώνω
- αδράχτι
- αεράδικο
- αεράκατος
- αεραποθήκη
- αεριοφόρο
- αεροματσάκονο
- αεροναυαγοσωστικό
- αεροναυμαχία
- αεροναυσιπλοΐα
- αεροπλανοφόρο
- αέρος αέρος
- αέρος επιφανείας
- αζήτητο εμπόρευμα
- αζιμουθιακός
- αζιμουθικός
- αζιμούθιος
- ακάτιος
- άκατος
- ακατράμωτος
- ακομοδέσιο
- ακοστάρισμα
- ακοστάρω
- ακρόπρωρο
- ακταιωρός
- ακτόδρομος
- ακτοπλοΐα
- ακτοπλοϊκός
- ακτοφυλακίδα
- άκωλος
- αλάργα
- αλευράδικο
- αλευροπόστα
- αλταζιμουθιακός
- αλυσέλικτρο
- αλυσότρυπα
- αμορόζα
- αμπάρι
- αμφιδέτης
- αναβάθρα
- αναδένω
- αναδρομικός
- ανάδρομος
- ανακρούω πρύμναν
- ανακωχή
- ανάπλους
- ανάπλωρος
- ανάποδα αργά
- ανάποδα ημιταχώς
- ανάποδα ηρέμα
- ανάποδα ολοταχώς
- ανάποδα πολύ αργά
- αναπόδιση
- ανάπρωρος
- αναρμάτωτος
- ανάσπαση
- ανέλκυση
- ανελκύω
- ανέλο
- ανεμοδόχη
- ανεμότρατα
- ανηολόγητος
- ανθρακοφόρο
- ανθυπασπιστής
- ανθυποπλοίαρχος
- ανοιχτά
- αντένα
- αντενοκατάρτι
- αντενοκάταρτο
- αντεπισταλία
- αντιβολή
- αντιβραχίονας
- αντιμάμαλο
- αντιμονή
- αντιναύαρχος
- αντιπλοίαρχος
- αντισταθμίζω
- αντιτορπιλικό
- αντιτορπιλικός
- αντλιοστάσιο
- αντλιωρός
- αξιοπλοΐα
- αξιόπλοος
- αξιωματικός
- άπαρση
- απαρτικός
- απίκο
- απλάδι
- αποβίβαση
- απόγειο
- απόγραφο
- αποθαλασσιά
- αποναρκοθέτηση
- απόνερα
- απονήωση
- αποπλεύριση
- αποπλέω
- απόπλους
- αποπροσγειάλωση
- αποπροσνήωση
- άραγμα
- αραξοβόλι
- αραξοβολώ
- αριθμόσημο
- αρμάδα
- αρμαδόρος
- αρμαδούρα
- αρμάρι
- αρματαγωγό
- αρματόρος
- αρματούρα
- άρμενα
- αρμενάκι
- αρμενιστής
- άρμενο
- αρμενοβελόνα
- αρμενοφόρος
- αρμπουρέτο
- άρμπουρο
- αρόδο
- αρόδου
- αρσανάς
- αρτάνη
- αρτέμονας
- αρτέμων
- αρχηγίδα
- αρχιπλοίαρχος
- αστράβη
- αστραγαλιά
- ατζέντης
- ατμάκατος
- ατμοβαρίδα
- ατμοδρόμωνας
- ατμοημιολία
- ατμοπλοΐα
- ατμόπλοιο
- ατμοτελωνίδα
- αφανής
- αφερματίζω
- άφτερ-πικ
- βαθυσκάφος
- βαθύσφαιρα
- βαθυσφαίρα
- βαπόρι
- βαρδαβέλα
- βαρδαλάντζα
- βαρούλκο
- βάση
- βατσιμάνης
- βελάγιο
- βενζίνα
- βενζινάκατος
- βέντο
- βερέμι
- βερίνα
- βιάρισμα
- βίντζι
- βίρα
- βιράρισμα
- βιράρω
- βιτζιρέλο
- βλυσίδι
- βογάρισμα
- βολίζω
- βομβάρδα
- βρατσέρα
- βρεχάμενα
- βυθοκόρος
- βυθομέτρηση
- βυθομετρικός
- βυθόμετρο
- βυθοσκόπιο
- γαβάρα
- γαιανθρακαποθήκη
- γάιτα
- γαΐτα
- γαλιότα
- γαμπάρα
- γάμπια
- γαρλίνο
- γαρμπής
- γάσα
- γέφυρα
- γιακάς
- γιοτ
- γιουτόσχοινο
- γκαγκάβα
- γκαζάδικο
- γκριζόλα
- γολέτα
- γόνδολα
- γονδολιέρης
- γούμενα
- γουμενέτα
- γουμενέτο
- γοφός
- γραδελάδα
- γρι γρι
- γριζόλα
- γριπάρης
- γρίπος
- γρύπος
- δεξαμενόπλοιο
- δέστρα
- δετηρία
- δευτερόπρυμα
- διαδέτης
- διαδοκίδα
- διανάκτης
- διάναξη
- διάπλους
- δίαρμα
- διατοίχιση
- διατοιχισμός
- διερώτησις
- διήρης
- διίστιος
- δικάταρτος
- δίκροτο
- δίκωπος
- διοπτεύω
- διπλαρώνω
- διπλέλικος
- διπλοκάρενος
- διπλοκάρινος
- διπλοτρόπιδος
- διπτέρυγος
- δοιάκι
- δόλων
- δόλωνας
- δουλεμπορικό
- δουλεμπορικός
- δράγα
- δρομόμετρο
- δρόμωνας
- δρύφακτο
- δυσπαράπλευστος
- δωδεκάκωπος
- δωδεκάσκαλμος
- Ε/Γ
- ΕΕΠ
- εισπήδηση
- εισπλέω
- είσπλους
- εκπλέω
- έκπλους
- εκτόπισμα
- ελευθεροκοινωνία
- ελευθεροκοινωνώ
- ελευθεροπλοΐα
- έλικα
- έλικας
- ελικοπτεροφόρο
- ελικοφόρος
- ελλιμένιση
- εμβολή
- έμβολο
- εμβολοφόρος
- εμποροκαπετάνιος
- εμποροπλοίαρχος
- εν αναδύσει
- εναντιοδρομώ
- ένθεση
- εν καταδύσει
- εν όρμω
- εν όψει
- εν πλω
- εξάκωπος
- έξαλα
- εξαρτία
- εξαρτίζω
- εξάρτιση
- εξαρτισμός
- εξαρτύζω
- εξήρης
- εξωλέμβιος
- επ' αγκύρα
- επακούμβηση
- επάκτιος
- επανάπλους
- έπαρμα
- επάρτης
- επασφαλιστήριο
- επίναυλος
- επίστεγο
- επιστήλιο
- επιφανείας αέρος
- επιφανείας επιφανείας
- επωτίδα
- εργάτης
- εργατόκρανο
- ερέτης
- έρμα
- ερματίζω
- ερμάτισμα
- ερματισμός
- εσω-εξωλέμβιος
- εσωλέμβιος
- εύδρομο
- εὐνή
- ευτρεπίζω
- εφηλίδα
- εφόλκιο
- εφοπλίζω
- έχμα
- έχμαση
- ζεμπίλι
- ζυγίζω
- ηλεκτροματσάκονο
- ηρέμα
- θαλαμηπόλος
- θαλάσσερμα
- θαλασσομάχος
- θέσπισμα
- θυρίδα
- θωρακωτό
- θωρηκτό
- ιπτάμενο δελφίνι
- ίσα
- ίσαλα
- ίσαλος
- ιστίο
- ιστιοδέτης
- ιστιοδρομικό
- ιστιοδρομώ
- ιστιόπανο
- ιστιοπλοΐα
- ιστιοπλοϊκό
- ιστιόραμμα
- ιστιοραφείο
- ιστιούχος
- ιστιοφορία
- ιστιοφόρο
- ιστιοφόρος
- ιστός
- ισχάδα
- ισχαδόδεσμος
- ισχάζω
- ίσχαση
- ισχίο
- καβατζάρισμα
- καβατζάρω
- καβίλια
- καβοδεσία
- καβοδέτης
- κάβος
- κάβουρας
- καγκουρό
- καδένα
- καθελκύω
- καθέλκω
- καθίζω
- κάθισμα
- καθρέφτης
- καΐκι
- καϊκοβάπορο
- καϊκτσής
- καϊξής
- καιρός
- καλάρισμα
- καλάρω
- καλές αντάμωσες
- κάλμα
- καλουμάρισμα
- καλουμάρω
- κάλως
- καμπιαδόρος
- καμποτάζ
- καμπούνι
- κανό
- κανοκιάλι
- κανονιοφόρος
- καντζελλαρία
- καπελάρισμα
- καπελάρω
- καπετάνιος
- καπόνι
- καραβέλα
- καράβι
- καραβοκύρης
- καραβόπανο
- καραβόσκαρο
- καραβοφάναρο
- καραμουσάλι
- καραντί
- καρβουνιάρικο
- καρβουνιέρα
- κάργα
- καρενάγιο
- καρλίνο
- καρναγιάρισμα
- καρναγιάρω
- καρνάγιο
- κάσαρο
- κασκαβάλι
- καταδρομικό
- κατακλύζω
- κατάμπαρο
- κατάορτσα
- κατάπλους
- κατάπλωρα
- κατάπλωρος
- καταπόπλους
- κατάπρυμα
- κατάπρυμος
- καταρράκτης
- κατάρτι
- κατάστρωμα αποπροσνήωσης
- κατάστρωμα πτήσεων
- κατεπάνω
- κάτεργο
- κατραμόκολος
- κατραμόκωλος
- κατραμωμένος
- κεραία
- κερετσές
- κέρκος
- κέρκουρος
- κεφαλάρι
- κλειδί
- κλειδώνω
- κλύδων
- κοκοφοινικόσχοινο
- κολαρίνα
- κολόμπα
- κολομπίρι
- κόλωμα
- κόμβος
- κομπιαδόρος
- κοντραμετζάνα
- κοράκι
- κορβέτα
- κόρκωμα
- κόρος
- κορώνη
- κόστα
- κοστάρω
- κοτσανέλο
- κοτσάρισμα
- κουβέρτα
- κουμπάσο
- κουρζέτα
- κουρζέτο
- κουρίτα
- κούρο σίβο
- κουροσίβο
- Κουροσίο
- κουρτελάτσα
- κουρτίνα
- κράτει
- κροσάρισμα
- κροσάρω
- κυματαγωγή
- κώλο
- κωπήλατος
- λαγουδέρα
- λαδάδικο
- λαιμός
- λάντζα
- λάντσα
- λεβάρισμα
- λεβάρω
- λέμβαρχος
- ληγαδούρα
- λιβύρνις
- λιγαδούρα
- λιμεναρχείο
- λιμενικός
- λιμενολεκάνη
- λιναρόσχοινο
- λιπαντής
- λοξοδρομία
- λυκαδούρα
- μάινα
- μαϊνάρω
- μαΐστρα
- μανιλόσχοινο
- μαντοπόδαρο
- μαούνα
- μαουνιέρικα
- μαουνιέρικος
- μάπα
- μαρκόνης
- μάσκα
- μάτσα
- ματσακόνι
- ματσακονιστής
- μεγίστη
- μεσόστεγο
- μετασκευή
- μετάφραγμα
- μηχανοστάσιο
- μηχανότρατα
- μιγάδα
- Μικροδαρδανέλλια
- μίλι
- μόλα
- μολάρισμα
- μονάλμπουρος
- μονάρμπουρος
- μονέλικος
- μονοκάταρτος
- μονόξυλο
- μονόστηλος
- μόστρα
- μότορσιπ
- μούδα
- μουζλούκι
- μουνιτσιόνε
- μουράγιο
- μουραύγια
- μουργανάλι
- μουργανάλιον
- μουρέλο
- μούτσος
- μπακλαβαδωτός
- μπαλαούρο
- μπαμπαδέλι
- μπανάνα
- μπαντιέρα
- μπάριζα
- μπάρκα
- μπαρκέτα
- μπάρκο
- μπαρκομπέστια
- μπαρμπαρέσα
- μπαρούμα
- μπαρουτόβολο
- μπάτης
- μπέζα
- μπελαμάνα
- μπεντέλι
- μπεντένι
- μπέντουλας
- μπιαντές
- μπίντα
- μπομπάρδα
- μπότζα
- μποτζάρω
- μπότζι
- μποτσάρισμα
- μποτσάρω
- μποτσέλο
- μπουκαδούρα
- μπουκάρω
- μπουλμές
- μπούμα
- μπουμπάρδα
- μπουρού
- μπούσουλας
- μποφόρια
- μπράντα
- μπρατσέρα
- μπρίκι
- νάβα
- ναβέτα
- ναρκαλιευτής
- ναρκαλιευτικό
- ναρκαλιευτικός
- νάρκη
- ναρκοθέτηση
- ναρκοθετικός
- ναρκοθέτις
- ναρκοπέδιο
- ναρκοσυλλέκτης
- ναρκοσυλλέκτις
- ΝΑΤ
- ναυαγιαίρεση
- ναυαγιαιρεσία
- ναυαρχία
- ναυαρχίς
- ναύαρχος
- ναύκληρος
- ναυλάριθμος
- ναύλερος
- ναυλομεσιτεία
- ναυλομεσιτικός
- ναύλος
- ναυλοσύμφωνο
- ναυλοτιμάριθμος
- ναύλωση
- ναυλωτικό
- ναυλωτικός
- ναυπήγημα
- ναυς
- ναυσιπέδη
- ναυσιπλοΐα
- ναύσταθμος
- ναυτάθλημα
- ναυταθλητής
- ναυταθλητισμός
- ναυταποστολή
- ναυτασφάλεια
- ναυτασφάλιση
- ναύτης
- ναυτικό μίλι
- ναυτιλιακός
- ναυτοδάνειο
- ναυτοδικείο
- ναυτολόγηση
- ναυτολογήσιμος
- ναυτολογία
- ναυτολογικός
- ναυτολόγιο
- ναυτολόγος
- ναυτολογώ
- ναυτομοντελισμός
- ναυτομοντελιστής
- ναυτοσύνη
- νέτος
- νεωδόχος
- νεώλκηση
- νεωλκώ
- νεώριο
- νηογνώμονας
- νηοδόκη
- νηοδόχη
- νηοδόχος
- νηολογημένος
- νηοπομπή
- νηοψία
- νιζάμι
- ν.μ.
- νοτάρι
- νταλιάνι
- ντοκ
- ντόκος
- ντούζικος
- ντούκος
- ντράγκα
- ξαγκίστρωμα
- ξάρτι
- ξαρτόδεμα
- ξαρτόριζα
- ξεβιράρισμα
- ξεβιράρω
- ξεκοτσάρισμα
- ξεμποτσάρισμα
- ξενέρισμα
- ξυλάδικο
- ξυλάρμενος
- ξυλοναυπηγική
- Ο/Γ
- οίακας
- οιακίζω
- οιακιστήριο
- οιακοστρόφιο
- οιακοστροφώ
- οιακοφόρος
- όκιο
- ολκάδα
- ολκός
- ομότοιχος
- ομοχειρία
- ονίσκος
- οπαίο
- οπλιταγωγό
- οπλοδόκη
- οπτήρας
- οργιά
- ορθοδρομία
- ορμίζω
- όρμιση
- όρτσα
- ορτσάρισμα
- ορτσάρω
- ΟΥΚ
- ουριοδρομία
- οχηματαγωγό
- πάγκος
- παλαμάρι
- παλαμίζω
- παλάμισμα
- πανί
- παντόφλα
- παπάζι
- παπαφίγκος
- παποριά
- παράβλημα
- παραβολή
- παραγάδι
- παραδολώνιο
- παρακάτιο
- παραλλάζω
- παράλλαξη
- παράξυλο
- παραπέτο
- παράπλευστος
- παράπλους
- παράσειον
- παράσελμα
- παρατροπίδιο
- παραφωσώνιο
- παραφωτίδα
- παραφωτίς
- παρέαση
- παρίστιο
- παροπλίζω
- παρτσινέβελος
- πασαπάγκος
- πάσαρα
- πάση δυνάμει
- παταράτσο
- πεδίο θέασης
- πειρατεύω
- πειρατής
- πειρατικό
- πειρατικός
- ΠΕΝΕΝ
- πεντηκόντορος
- περίζωμα
- περιζώστρα
- περιλάβειο
- περίπλους
- περιτόναιο
- πεσκαδούρος
- πετρελαιάκατος
- πετρελαιοφόρο
- πετρέλευση
- πετσώνω
- πηδάλιο
- πηδαλιοέλικα
- πηδαλιουχείο
- πηδαλιούχος
- πηλίσκος
- πιάνω
- πιλοτάρισμα
- πιλοτάρω
- πιλοτιέρα
- πιλοτίνα
- πιλότος
- πινελάρω
- πινέλι
- πίρος
- πιρούνι
- πιστρόφι
- πλαγιοδέτης
- πλαγιοδέτηση
- πλαγιοδετώ
- πλαγιοδρομία
- πλαγιοδρομώ
- πλαγιοπρυμνοδέτηση
- πλατυπύθμενος
- πλεούμενο
- πλεούσα
- πλεύριση
- πλοηγία
- πλοηγίδα
- πλοηγικός
- πλοηγός
- πλοηγώ
- πλοιαρχία
- πλοιαρχώ
- πλοίο
- πλυνός
- πλώρα
- πλώρα πρύμα
- πλώρη
- πλωρίζω
- πλωριός
- πλωροδέτηση
- πλωτήρας
- πλωτικός
- ΠΝΟ
- ποδίζω
- πόδισμα
- ποδόδεσμος
- ποδοδέτης
- ποδόσταμα
- ποδόσταμο
- ποδόστημα
- ποδότης
- πολάκα
- πολάκκα
- πολάκρα
- πολεμικό
- πόλο
- πομπάρισμα
- πομπάρω
- πόντζα
- ποντοπλοΐα
- ποντοπόρα ναυτιλία
- ποντοπόρος ναυτιλία
- ποντοπορώ
- πορθμέας
- πορθμίδα
- πόρτο
- πόστα
- ποταμοπλοΐα
- ποταμόπλοιο
- πότζα
- ποτζάρω
- πούντα
- πρατιγάρω
- πράτιγο
- πριμαρόλι
- προβέντζα
- προβλήτα
- προβλήτας
- πρόβολος
- προέλκω
- προΐστιο
- προκυμαία
- πρόναυλος
- πρόνευση
- προνευστασμός
- προσγειάλωση
- προσδετήρας
- προσέγγιση
- προσλιμενίζομαι
- προσνήωση
- προσορμίζω
- πρόστεγο
- πρόστρατος
- πρόσω αργά
- πρόσω ημιταχώς
- πρόσω ηρέμα
- πρόσω ολοταχώς
- πρόσω πολύ αργά
- προτονίζω
- πρότονος
- πρύμα
- πρύμα πλώρα
- πρυμάτσα
- πρυματσάρισμα
- πρυματσάρω
- πρύμη
- πρυμιά
- πρυμίζω
- πρυμιός
- πρύμισμα
- πρύμνα
- πρυμναίος
- πρύμνη
- πρύμνηθεν
- πρυμνήσιος
- πρυμνήτης
- πρυμνιά
- πρυμνιός
- πρυμνοδέτης
- πρυμνοδέτηση
- πρυμνόδετος
- πρυμνοδετώ
- πρύμος
- πρώρα
- πρώραθεν
- πρωραίος
- πρωράτης
- πρωρατικός
- πρωρεύς
- πρωτόθετος
- πρωτοκάικο
- πρωτόμπαρκος
- πρώτος
- πτέρωση
- πτύξη
- πυραυλάκατος
- πυραυλοφόρος
- πυριτοδότης
- πυροβολικός
- πυροφάνι
- ραδιοδιόπτευση
- ραδιοφαρικός
- ραδιοφάρος
- ράντα
- ρασκέτα
- ρεγκάτα
- ρεΐζης
- ρεΐσης
- ρέλι
- ρεμεντζάρισμα
- ρεμεντζάρω
- ρεμετζάρισμα
- ρεμετζάρω
- ρεμέτζο
- ρεμιντζάρισμα
- ρεμιντζάρω
- ρεμιτζάρισμα
- ρεμιτζάρω
- ρεμούρκιο
- ρότα
- ρυμούλκιο
- ρυμουλκό
- σάγουλα
- σακολέβα
- Σαλαμινία
- σαλπάρισμα
- σαλπάρω
- σαμπάνι
- σαμπανιά
- σαμπάνιο
- σαμπέκο
- σανιδόσκαλα
- σαρίκι
- σειράδι
- σειραδιάζω
- σειράδιο
- σειρόδετος
- σερμαγιά
- σηκώνω άγκυρα
- σηκώνω ατμό
- σημαία ευκαιρίας
- σηματογράφος
- σηματολόγηση
- σηματολόγιο
- σηματολογώ
- σηματωρός
- σιγοντάρισμα
- σιγόντο
- σιζαλόσχοινο
- σιμότητα
- σιπαρίδα
- σιροκολεβάντες
- σιτοκάραβο
- σίφωνας
- σκάλα
- σκαλμίσκος
- σκαλμοδόκη
- σκαλμός
- σκαμπανέβασμα
- σκαντάγιο
- σκάντζα βάρδια
- σκαντζάρω
- σκαρί
- σκαρμός
- σκαφίδι
- σκάφος
- σκοπιωρός
- σκοποβολείο
- σκορπιός
- σκριβάνος
- σκριβάς
- σκυλοπνίχτης
- σοβεντάρω
- σοβερτάρω
- σοβράνο
- σόκα
- σοροκάδα
- σοροκολεβάντες
- σοτοβέντο
- σοφράν
- σοφράνο
- σπείρωση
- σπιράγιο
- σπογγαλιεία
- σπογγαλιευτικό
- σπόρκα
- σπόρκος
- σταβέντο
- σταβέτ
- σταδιασμός
- σταλία
- στεγανός
- στεγνά
- στείρα
- στήλη ιστού
- στίμα
- στοιβασία
- στόκολο
- στόλαρχος
- στολοδρομία
- στολοδρομώ
- στόλος
- στραγγάλη
- στραγγαλιστήρας
- στράλι
- στρωμάτσα
- στρωμάτσο
- συμπλοιοκτησία
- συμπλοιοκτήτης
- σφηκίσκος
- σφουγγαράδικο
- σωσίβια λέμβος
- σωστική λέμβος
- σώστρα
- ταϊφάς
- τακ
- τάνκερ
- ταρσανάς
- ταχυκίνητος
- ταχύμετρο
- τεσσαροχάλης
- τεσσαροχάλι