ναρκαλιευτικό

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ναρκαλιευτικό τα ναρκαλιευτικά
      γενική του ναρκαλιευτικού των ναρκαλιευτικών
    αιτιατική το ναρκαλιευτικό τα ναρκαλιευτικά
     κλητική ναρκαλιευτικό ναρκαλιευτικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Το ναρκαλιευτικό Sturkö του Σουηδικού Βασιλικού Ναυτικού.

Προφορά

ΔΦΑ : /naɾ.ka.li.e.ftiˈko/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ναρκαλιευτικό

Ετυμολογία 1

ναρκαλιευτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ναρκαλιευτικός (εννοείται το ουσιαστικό πλοίο)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκιτυειλακραν

ναρκαλιευτικό ουδέτερο

Αντώνυμα

Συγγενικά

 και δείτε τις λέξεις νάρκη και αλιεύω

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Ετυμολογία 2

ναρκαλιευτικό: κλιτικός τύπος

Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)

ναρκαλιευτικό

  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ναρκαλιευτικός
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ναρκαλιευτικός

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)