ναρκαλιευτικό
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Προφορά
- ΔΦΑ : /naɾ.ka.li.e.ftiˈko/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ναρ‐κα‐λι‐ευ‐τι‐κό
Ετυμολογία 1
- ναρκαλιευτικό: ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ναρκαλιευτικός (εννοείται το ουσιαστικό πλοίο)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκιτυειλακραν
ναρκαλιευτικό ουδέτερο
- (ναυτικός όροςΚατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά), στρατιωτικός όροςΚατηγορία:Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)) εξειδικευμένος τύπος πολεμικού πλοίου υποστήριξης που φέρει κατάλληλο εξοπλισμό για αλιεία και εξουδετέρωση θαλασσίων ναρκών
Αντώνυμα
Συγγενικά
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ναρκαλιευτικό
Ετυμολογία 2
- ναρκαλιευτικό: κλιτικός τύπος
Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
ναρκαλιευτικό
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του ναρκαλιευτικός
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ναρκαλιευτικός
Πηγές
- ναρκαλιευτικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ναρκαλιευτικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οκιτυειλακραν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)