πλατυπύθμενος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /pla.tiˈpiθ.me.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : πλα‐τυ‐πύθ‐με‐νος
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμθυπυταλπ
πλατυπύθμενος -η, ο
- που έχει επίπεδο ή φαρδύ πυθμένα
- (ναυτικός όροςΚατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά), για σκάφη)
Στη λίμνη αυτή χρησιμοποιούν πλατυπύθμενα σκάφη για να μεταφέρουν εμπορεύματα και επιβάτες από τη μια μεριά στην άλλη
- (αρχαιολογίαΚατηγορία:Αρχαιολογία (νέα ελληνικά), κεραμικήΚατηγορία:Κεραμική (νέα ελληνικά)) για πήλινα αγγεία με πλατιά βάση
Η ανασκαφή έφερε στο φως έναν εξαιρετικής ομορφιάς πλατυπύθμενο αρύβαλλο.
- (ναυτικός όροςΚατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά), για σκάφη)
Αντώνυμα
Συγγενικά
→ και δείτε τη λέξη πυθμένας
Δείτε επίσης
- αρχαία ελληνική: ὀρθοπύθμενος (με ευθεία βάση)
Μεταφράσεις
πλατυπύθμενος
Αναφορές
- ↑ → δείτε Συζήτηση:πλατυπύθμενος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κεραμική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα πλατυ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)