ελικοπτεροφόρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ελικοπτεροφόρο τα ελικοπτεροφόρα
      γενική του ελικοπτεροφόρου των ελικοπτεροφόρων
    αιτιατική το ελικοπτεροφόρο τα ελικοπτεροφόρα
     κλητική ελικοπτεροφόρο ελικοπτεροφόρα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ελικοπτεροφόρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ελικοπτεροφόρος < ελικόπτερ(ο) + -φόροςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φόρος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οροφορετποκιλε

ελικοπτεροφόρο θηλυκό

  1. (ναυτικός όροςΚατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά), αεροπορικός όροςΚατηγορία:Αεροπορικοί όροι (νέα ελληνικά)) πολεμικό πλοίο που μεταφέρει ελικόπτερα τα οποία και αποτελούν τα επιχειρησιακά του μέσα
  2. (ναυτικός όρος)Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά) κάθε τύπος πλοίου που διαθέτει ελικόπτερο στον μόνιμο εξοπλισμό του (π.χ. ναυαγοσωστικό, θαλαμηγός, επιστημονικών ερευνών κ.λπ.)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οροφορετποκιλε
Κατηγορία:Αεροπορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φόρος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)