μπαρουτόβολο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπαρουτόβολο τα μπαρουτόβολα
      γενική του μπαρουτόβολου των μπαρουτόβολων
    αιτιατική το μπαρουτόβολο τα μπαρουτόβολα
     κλητική μπαρουτόβολο μπαρουτόβολα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μπαρουτόβολο < μπαρούτι + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + βόλι + -οΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ολοβοτυοραπμ

μπαρουτόβολο αρσενικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ολοβοτυοραπμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Στρατιωτικοί όροι (νέα ελληνικά)