ποντοπόρα ναυτιλία
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ποντοπόρα ναυτιλία ποντοπόρος ναυτιλία |
οι | ποντοπόρες ναυτιλίες ποντοπόροι ναυτιλίες |
| γενική | της | ποντοπόρας ναυτιλίας ποντοπόρου ναυτιλίας |
των | ποντοπόρων ναυτιλιών |
| αιτιατική | την | ποντοπόρα ναυτιλία ποντοπόρο ναυτιλία |
τις | ποντοπόρες ναυτιλίες ποντοπόρους ναυτιλίες |
| κλητική | ποντοπόρα ναυτιλία ποντοπόρε ναυτιλία |
ποντοπόρες ναυτιλίες ποντοπόροι ναυτιλίες | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, λογιότεροι με το ποντοπόρος ως θηλυκό. | ||||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- ποντοπόρα ναυτιλία: Μορφολογικά αναλύεται σε ποντοπόρα θηλυκό του ποντοπόρος & ναυτιλία
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιλιτυαναροποτνοπ
ποντοπόρα ναυτιλία θηλυκό
- (ναυτικός όρος)Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά) ναυτιλία, ναυσιπλοΐα ανοιχτής θάλασσας
- → δείτε παράθεμα στο ποντοπόρος ναυτιλία
- άλλες μορφές: ποντοπόρος ναυτιλία (με λογιότερο θηλυκό επίθετο)
- ≈ συνώνυμα: ναυτιλία ανοικτής θαλάσσης
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ποντοπόρα ναυτιλία
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)