ηλεκτροματσάκονο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ηλεκτροματσάκονο τα ηλεκτροματσάκονα
      γενική του ηλεκτροματσάκονου των ηλεκτροματσάκονων
    αιτιατική το ηλεκτροματσάκονο τα ηλεκτροματσάκονα
     κλητική ηλεκτροματσάκονο ηλεκτροματσάκονα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ηλεκτροματσάκονο < (ηλεκτρικό) ηλεκτρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ηλεκτρο- (νέα ελληνικά) + ματσακόν(ι) + -ο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονοκασταμορτκελη

ηλεκτροματσάκονο ουδέτερο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ονοκασταμορτκελη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Εργαλεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ηλεκτρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)