αλογομούρης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλογομούρης οι αλογομούρηδες
      γενική του αλογομούρη των αλογομούρηδων
    αιτιατική τον αλογομούρη τους αλογομούρηδες
     κλητική αλογομούρη αλογομούρηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αλογομούρης < αλογο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αλογο- (νέα ελληνικά) + μούρη

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηρυομογολα

αλογομούρης αρσενικό (θηλυκό αλογομούρα)

  1. αυτός που έχει πρόσωπο που μοιάζει του αλόγου
  2. (μεταφορικά) πανάσχημος άνθρωπος
  3. (αργκό)Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά) αυτός που ασχολείται με τις ιπποδρομίες

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηρυομογολα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αλογο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'μανάβης' (νέα ελληνικά)