Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Υφολογικές κατηγορίες » Αργκό ««« |
| για τους συντάκτες: μοντέλα μορφοποίησης:
|
Βικιλεξικό:Κριτήρια συμπερίληψης
Βιβλιογραφία:
- Κάτος, Γιώργος Λεξικό της λαϊκής και περιθωριακής μας γλώσσας στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Πετρόπουλος, Ηλίας.
Pages in category "Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά)"
- hello
- street
- αγγαρειομάχος
- αγγελόσκονη
- αγγούρι
- αγκάθια έχει ο κώλος σου;
- αγορίτσι
- αδειάζω
- αηδόνι
- ακανές
- ακουμπάω
- ακριδάτος
- αλβανός
- αλέ
- αλογομούρης
- αλτέρνατιβ
- αμερικανιά
- αναρχομαλάκας
- ανεβαστικά
- ανεβαστικός
- αξάφριστος
- άπαιχτος
- αποβολή
- απολάδωση
- άποντος
- αποφαλάκρωση
- αποψίλωση
- αράπης
- ΑΡΔ
- αρκουδίσιον
- αρπακόλλα
- αρπακόλλας
- αρπακολλατζής
- αρπακολλατζίδικος
- άσπρη
- αφασία
- αφήνω τσέτουλα
- βάζελος
- βακέτα
- βαρύμαγκας
- βάσανο
- βδελλάτος
- βελονάκιας
- βελόνι
- βητάς
- βιδάνιο
- βλαχοκυριλές
- βλέπω τα ραδίκια ανάποδα
- βολεψιματίας
- βραχιολάτος
- βρέφος
- βυζοτράβηγμα
- βύσμα
- γαλατόμαγκας
- γάμα τα
- γαμάω και δέρνω
- γάμησέ τα
- γαμήσιμος
- γαμιστερός
- γαμομέρα
- γάρο
- γατοκέφαλο
- γατόνι
- γαύρος
- γείωμα
- γενικός
- γεροντολαγνία
- γιόλο
- γκαζάκιας
- γκαζιάρης
- γκαζοτανάλια
- γκαζοφονιάς
- Γκασμαδία
- γκαστρωμένος
- Γκατζολία
- γκαφρά
- γκελάρω
- γκλάμουρ
- γκλαμουράτος
- γκλαμουριά
- γκλιτσάρω
- γκοθάς
- γκομενικά
- γκουμούτσα
- γκραϊντάρω
- γλειφομούνι
- γοργόνα
- γουστάρω
- γρασίδι
- δαμάσκηνο
- δάσκαλος
- δεν τρέχει μία
- δίκοπη
- δίκοχο
- δοντία
- δυσκοίλιος
- είμαι στην τσέτουλα
- έιτις
- Ελλεεινίδα
- Ελλεηνίδα
- ενεσάκιας
- εξήντα εννιά
- επαμεινώνδας
- επιστημονάρχης
- έτσι
- ζήτα
- ζιπάρω
- ζμπούτσαμ
- ζούλα
- ζουλατζής
- θανάσης
- καβαντζώνω
- καβατζώνω
- καβλί
- κάγκουρας
- καϊνάρι
- καλάμι
- καλαμπαλίκι
- καλιαρντά
- καλιαρντή
- καμηλοπάρδαλη
- κανναβούρι
- κάνω κρα
- κάνω παπάδες
- κάνω φάση
- καραβολίδα
- καραφλιάζω
- καρέκλα
- καρεκλάδικο
- καρεκλάς
- κατουράω
- καύλα
- καυλιτζέκι
- καφεδούμπα
- κερχανάς
- κερχανατζής
- κλαριτζής
- κλασάτος
- κλασμένος
- κόβω τσέτουλα
- κοιμητηριάρης
- κόκαλο
- κολοκοτρώνης
- κόλπο
- κονακτζής
- κονέ
- κονόμα
- κονομάω
- κοντοπούτανο
- κοντραστάρω
- κούκου
- κουλό
- κουμπότρυπα
- κουραδοκόφτης
- κουσουμάρω
- κουτούπωμα
- κουτσόμαγκας
- κουφαίνω
- κούφιο
- κοφτήριο
- κρεατόβεργα
- κριντζάρισμα
- κριντζάρω
- κυρία
- κωλάδικο
- κωλόμουνο
- λαγκάρω
- λαγός
- λαδή
- λάδι
- λαδώνω
- λαμπάς
- λαχανάς
- λάχανο
- λεβιές
- λελές
- λεσβόγκα
- λέσβω
- λεφτόδεντρο
- λιάδα
- λιμοκοντόρος
- λισάνς
- λούγκρα
- λουκάνικο
- λούλα
- μαγκίτης
- μαδώ
- μαζεύω
- μακάζι
- μαλλί
- μανουριάζω
- μαστούρι
- μαστουρλούκι
- ματσαράγκα
- ματσό
- μαυράκι
- μαύρο
- μαχαλόμαγκας
- μέγκλα
- μελέ
- μελιτζανιά
- μένω τσέτουλα
- μεσοτοιχία
- μεταλλού
- με την τσέτουλα
- μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα
- μινάρω
- μίρλα
- μισελενάτος
- μίτζα
- μνημονιάκιας
- μόκο
- μοσκόμαγκας
- μοσκομάγκας
- μοσχόμαγκας
- μοσχομάγκας
- μουνοπαγίδα
- μουσαντά
- μουσαντένιος
- μουσαντό
- μου τη δίνει
- μούχλας
- μπάλωμα
- μπανίζω
- μπάνικος
- μπασκίνας
- μπάτσος
- μπάφος
- μπαχαλάκιας
- μπέκρω
- μπερδευτικός
- μπετόβλακας
- μπηχτή
- μπήχτης
- μπικικίνια
- μπινές
- μπιρόνι
- μπιφτεκώνω
- μπίχλας
- μπόμπα
- μπουζουκλερί
- μπουζουριάζω
- μπούκα
- μπουκέτο
- μπούλης
- μπούφλα
- μπούφος
- μυτιά
- νεοφιλελεύθερος
- νεφράτος
- νίτρο
- ντελούλου
- ντουλάπας
- ντουλαπάς
- ντρόγκα
- ντρόγκι
- ξαφίρι
- ξάφρα
- ξάφρισμα
- ξεκόβω
- ξεκρεμώ
- ξενέρα
- ξενικούρα
- ξεπαρεού
- ξεπέτα
- ξεσκί
- ξεσκούφωτος
- ολυμπιακάκιας
- Ομάρ Ταρίφ
- -ούμπα
- παγκόσμια φοιτητική σταθερά
- παγκουί
- παίζω ξύλο
- παίζω τον παπά
- Πάκης
- παλτό
- παναθηναϊκάκιας
- παντόφλα
- παπάτζα
- παπάτζας
- παππούς
- παράγκα
- παραμύθα
- παρατασιούχος
- παρθένα
- πατόκωλα
- πεναλτάκιας
- πήδημα
- πήδουλος
- πίνω
- πίπα
- πίπας
- πιπώνω
- πλάκα
- πλάκωμα
- πλεκτό
- πολυεργαλείο
- πόρτα
- ποτούμπα
- πουλεύω
- πουσταρέλι
- πούστης
- πουστοκαλαμαράς
- πούτσα
- πούτσες μπλε
- πράμα
- πρασινοσκούφης
- πρεσάρω
- προαύλι
- προσβέλνω
- προσφοριάρης
- προχώ
- πρυμάρω
- ραμολί
- ρεπάρω
- ρεστάρω
- ρέφα
- ρεφάρω
- ρίχνω
- ρουμάνος
- σαγούλι
- σακουλεύομαι
- σβόγκα
- σιδεράδικο
- σιδερικό
- σίδερο
- σκαλέτα
- σκατογωνιά
- σκάω
- σκεμπές
- σκοράρω
- σκούπα
- σκραπ
- σορόπα
- σορόπης
- σπάω
- σπικάρω
- σπλάχνο
- σπούργιτας
- στέλνω αδιάβαστο
- στενή
- στίμη
- στοπάρισμα
- στοπάρω
- στραβή
- σφαλιάρα
- σφυράω
- τάκος
- ταμπακιέρα
- ταρίφας
- τεκνατζού
- τεκνό
- τετ-α-κε
- τζαζεμένος
- τζαζεύω
- τζάζω
- τζάμι
- τζετ
- τζιβιτζιλίκι
- τζιβιτζιλού
- τζιτζί
- τζιτζιλόνι
- τζογιά
- τζους
- τηγάνι
- τηγανοκέφαλος
- την πουλεύω
- τιλτ
- τραβέλι
- τριάρα
- τριποντάκιας
- τριποντάς
- τρολατζής
- τρολεατζής
- τρολοκομείο
- τρομπάρω
- τρώω σαβούρα
- τσάγια
- τσαμπουκαλεύομαι
- τσαμπουκάς
- τσεκάρισμα
- τσεκάρω
- τσεκούρι
- τσέτουλας
- τσιγαριλίκι
- τσιγαρούμπα
- τσιμεντάρω
- τσιμπιέμαι
- τσιμπούκι
- τσιμπουκλού
- τσίπης
- τσίπικος
- τσιρίμπασης
- τσουβαλιάζω
- τσουρμάρω
- τσουτσέκι
- φάκαμπλ
- φάρδος
- φασαίος
- φελλάτος
- φελλός
- φιλελές
- φιλούμπα
- φιστίκι
- φιστικώνω
- φλόκι
- φορτώνω
- φούμα
- φουμαδόρισσα
- φουμαδόρος
- φουσκωτός
- φραγκοδίφραγκα
- φραπεδούμπα
- φρέσκο
- φρικάρω
- φρούτο
- Φυρομία
- φυτό
- φωνήεν
- χάβαρο
- χαϊδοκώλης
- χακεριά
- χανουμάκι
- χαρλεάς
- χαρμάνα
- χαρμάνης
- χαρμάνι
- χαρμανιάζω
- χαρμάνιασμα
- χαρτούρα
- χασογκόλης
- χαστουκιέρα
- χήνα
- χιλιάρικο
- χλατσί
- χλατσιά
- χλέμπουρας
- χλεχλές
- χόακας
- χούφταλο
- χτένι
- χύσιμο μέσα
- χώσιμο
- ψαρώνω
- ψιλικατζού
- ψίλος
- ψυχάκιας
- ψωνίζομαι
- Κατηγορία:Αργκό (κυπριακά)
- Κατηγορία:Διαδικτυακή αργκό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Στρατιωτική αργκό (νέα ελληνικά)