παρατασιούχος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η παρατασιούχος οι παρατασιούχοι
      γενική του/της παρατασιούχου των παρατασιούχων
    αιτιατική τον/την παρατασιούχο τους/τις παρατασιούχους
     κλητική παρατασιούχε παρατασιούχοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

παρατασιούχος < παράταση + -ι-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ι- (νέα ελληνικά) + -ούχοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /pa.ɾa.ta.siˈu.xos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: παρατασιούχος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοισαταραπ

παρατασιούχος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοχυοισαταραπ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ι- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)