βραχιολάτος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βραχιολάτος η βραχιολάτη το βραχιολάτο
      γενική του βραχιολάτου της βραχιολάτης του βραχιολάτου
    αιτιατική τον βραχιολάτο τη βραχιολάτη το βραχιολάτο
     κλητική βραχιολάτε βραχιολάτη βραχιολάτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βραχιολάτοι οι βραχιολάτες τα βραχιολάτα
      γενική των βραχιολάτων των βραχιολάτων των βραχιολάτων
    αιτιατική τους βραχιολάτους τις βραχιολάτες τα βραχιολάτα
     κλητική βραχιολάτοι βραχιολάτες βραχιολάτα
Κατηγορία όπως «μεγάλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μεγάλος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βραχιολάτος < βραχιόλι + -άτος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοταλοιχαρβ

βραχιολάτος

  1. αυτός που φέρει βραχιόλι ή βραχιόλια
  2. (αργκό)Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά) ο φερόμενος με χειροπέδες (στη γλώσσα των κακοποιών)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοταλοιχαρβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μεγάλος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά