βλαχοκυριλές
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καφές' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- βλαχοκυριλές < βλαχο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βλαχο- (νέα ελληνικά) + κυριλές
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σελιρυκοχαλβ
βλαχοκυριλές αρσενικό (θηλυκό: βλαχοκυριλού)
- (αργκόΚατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά), ειρωνικόΚατηγορία:Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά), μειωτικόΚατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)) κάποιος που προσπαθεί να φανεί κύριος και καλλιεργημένος, ενώ δεν είναι
Μεταφράσεις
βλαχοκυριλές
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ειρωνικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα βλαχο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καφές' (νέα ελληνικά)