γαλατόμαγκας
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | γαλατόμαγκας | οι | γαλατόμαγκες |
| γενική | του | γαλατόμαγκα | των | γαλατόμαγκων |
| αιτιατική | τον | γαλατόμαγκα | τους | γαλατόμαγκες |
| κλητική | γαλατόμαγκα | γαλατόμαγκες | ||
| Η γενική πληθυντικού είναι δύσχρηστη. | ||||
| Κατηγορία όπως «βαρύμαγκας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- γαλατόμαγκας < γαλατό-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γαλατό- (νέα ελληνικά) + μάγκας
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σακγαμοταλαγ
γαλατόμαγκας αρσενικό
- (αργκό)Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά) ο συμπαθητικός μάγκας, νεαρός κακομαθημένος (στη γλώσσα των κακοποιών)
Μεταφράσεις
γαλατόμαγκας
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αργκό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα γαλατό- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βαρύμαγκας' (νέα ελληνικά)