αντικείμενο πρώτης τάξης
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αντικείμενο πρώτης τάξης < → δείτε τις λέξεις αντικείμενο και πρώτη τάξη, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) first-class object
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηξατσητωρπονεμιεκιτνα
αντικείμενο πρώτης τάξης
- (προγραμματισμός)Κατηγορία:Προγραμματισμός (νέα ελληνικά) first-class object: μία οντότητα (μεταβλητή, αντικείμενο, συνάρτηση, κλπ.) που μπορεί να δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης ενός προγράμματος (run-time) και έχει την δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί σαν παράμετρος συνάρτησης, σαν επιστρεφόμενη τιμή συνάρτησης και να ανατεθεί σαν τιμή σε μεταβλητή
Συνώνυμα
Υπώνυμα
πληροφορική:
Μεταφράσεις
αντικείμενο πρώτης τάξης
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προγραμματισμός (νέα ελληνικά)