πρόγραμμα
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Προφορά
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμμαργορπ
πρόγραμμα ουδέτερο
- προγραμματισμός, καταγραφή και γνωστοποίηση κάποιων ενεργειών, εκδηλώσεων κ.λπ. που πρόκειται να συμβούν ή να γίνουν
- το έντυπο στο οποίο καταγράφονται τέτοιες πληροφορίες
- συστηματική προσπάθεια και μέθοδος
- Διαβάζει με πρόγραμμα
- (μηχανολογία)Κατηγορία:Μηχανολογία (νέα ελληνικά) η προγραμματισμένη εκ των προτέρων εκτέλεση κάποιων εργασιών και ενεργειών μιας ηλεκτρομηχανικής κατασκευής, χωρίς την εκ των υστέρων παρέμβαση (π.χ. πλυντήριο ρούχων)
- (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά) ειδικό λογισμικό ηλεκτρονικού υπολογιστή, που έχει γραφεί σε κάποια γλώσσα προγραμματισμού και βοηθάει τον χρήστη του σε κάποια εργασία του
- (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά) σύνολο συμβολικών εντολών κατάλληλα διατεταγμένων ώστε να οδηγήσουν προγραμματιζόμενη ηλεκτρονική συσκευή στην εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας (π.χ. Η/Υ, μικροελεγκτής, κλπ)
- ≈ συνώνυμα: εφαρμογή, λογισμικό
- βλέπε: γλώσσα προγραμματισμού
- βλέπε πρόγραμμα υπολογιστή και υλικολογισμικό στη Βικιπαίδεια
Συγγενικά
Μεταφράσεις
πρόγραμμα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μηχανολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)