αριστοκρατικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αριστοκρατικός η αριστοκρατική το αριστοκρατικό
      γενική του αριστοκρατικού της αριστοκρατικής του αριστοκρατικού
    αιτιατική τον αριστοκρατικό την αριστοκρατική το αριστοκρατικό
     κλητική αριστοκρατικέ αριστοκρατική αριστοκρατικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αριστοκρατικοί οι αριστοκρατικές τα αριστοκρατικά
      γενική των αριστοκρατικών των αριστοκρατικών των αριστοκρατικών
    αιτιατική τους αριστοκρατικούς τις αριστοκρατικές τα αριστοκρατικά
     κλητική αριστοκρατικοί αριστοκρατικές αριστοκρατικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αριστοκρατικός < Σημασία 1 (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) ἀριστοκρατικός < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἀριστοκρατικός[1]. Σημασία 2 (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) aristocratique[2].

Προφορά

ΔΦΑ : /a.ɾi.sto.kɾa.tiˈkos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αριστοκρατικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταρκοτσιρα

αριστοκρατικός

  1. σχετικός με την αριστοκρατία ή τον αριστοκράτη
    παράδειγμα Είναι αριστοκρατική οικογένεια, με μεγάλη παράδοση.
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Μέσα στο κλίμα της ρομαντικής μελαγχολίας, ο ήρωας, ο βυρωνικός, ο στοχαστής, ο ποιητής δεν είχε άλλο τρόπο να αποδείξει το υπαρξιακό βάθος και την αγωνία του, την αισθητική και την ευαισθησία του, παρά μόνο με την «αριστοκρατική» μελαγχολία, την απόσταση από τα εγκόσμια, τη ρομαντική ανία (Μίμης Ανδρουλάκης, Μν, γυναικείο αντιμυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 160)
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Ήταν μια πιο γλυκιά, πολύ ευγενική, πολύ αριστοκρατική φυσιογνωμία. Ψηλός, πολύ λεπτός, κλασάτος. Από τους αστούς άλλων εποχών. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
     συνώνυμα: ευγενής, ευγενικός
  2. οπαδός του αριστοκρατικού κόμματος ή πολιτεύματος
    παράδειγμα Οι αριστοκρατικοί της αρχαίας Aθήνας.
  3. προερχόμενος, απευθυνόμενος ή χαρακτηριστικός μιας περιορισμένης μειοψηφίας

Παράγωγα

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. αριστοκρατικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. αριστοκρατικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιταρκοτσιρα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)