αυτοακυρωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοακυρωμένος η αυτοακυρωμένη το αυτοακυρωμένο
      γενική του αυτοακυρωμένου της αυτοακυρωμένης του αυτοακυρωμένου
    αιτιατική τον αυτοακυρωμένο την αυτοακυρωμένη το αυτοακυρωμένο
     κλητική αυτοακυρωμένε αυτοακυρωμένη αυτοακυρωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοακυρωμένοι οι αυτοακυρωμένες τα αυτοακυρωμένα
      γενική των αυτοακυρωμένων των αυτοακυρωμένων των αυτοακυρωμένων
    αιτιατική τους αυτοακυρωμένους τις αυτοακυρωμένες τα αυτοακυρωμένα
     κλητική αυτοακυρωμένοι αυτοακυρωμένες αυτοακυρωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωρυκαοτυα

  1. αυτός που ακυρώνει το εαυτό του
  2. αντιφατικός

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά