αυτοαναιρούμενος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αυτοαναιρούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώταΚατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) αυτοαναιρούμαι
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοριαναοτυα
αυτοαναιρούμενος, -η, -ο
- αυτός που αυτοαναιρείται, που αναιρεί τον εαυτό του
- Φάσκετε και αντιφάσκετε, όσα λέτε είναι αυτοαναιρούμενα
Μεταφράσεις
αυτοαναιρούμενος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά