αυτοδεσμευμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοδεσμευμένος η αυτοδεσμευμένη το αυτοδεσμευμένο
      γενική του αυτοδεσμευμένου της αυτοδεσμευμένης του αυτοδεσμευμένου
    αιτιατική τον αυτοδεσμευμένο την αυτοδεσμευμένη το αυτοδεσμευμένο
     κλητική αυτοδεσμευμένε αυτοδεσμευμένη αυτοδεσμευμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοδεσμευμένοι οι αυτοδεσμευμένες τα αυτοδεσμευμένα
      γενική των αυτοδεσμευμένων των αυτοδεσμευμένων των αυτοδεσμευμένων
    αιτιατική τους αυτοδεσμευμένους τις αυτοδεσμευμένες τα αυτοδεσμευμένα
     κλητική αυτοδεσμευμένοι αυτοδεσμευμένες αυτοδεσμευμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυεμσεδοτυα

αυτοδεσμευμένος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυεμσεδοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά