αυτοειρωνευόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοειρωνευόμενος η αυτοειρωνευόμενη το αυτοειρωνευόμενο
      γενική του αυτοειρωνευόμενου της αυτοειρωνευόμενης του αυτοειρωνευόμενου
    αιτιατική τον αυτοειρωνευόμενο την αυτοειρωνευόμενη το αυτοειρωνευόμενο
     κλητική αυτοειρωνευόμενε αυτοειρωνευόμενη αυτοειρωνευόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοειρωνευόμενοι οι αυτοειρωνευόμενες τα αυτοειρωνευόμενα
      γενική των αυτοειρωνευόμενων των αυτοειρωνευόμενων των αυτοειρωνευόμενων
    αιτιατική τους αυτοειρωνευόμενους τις αυτοειρωνευόμενες τα αυτοειρωνευόμενα
     κλητική αυτοειρωνευόμενοι αυτοειρωνευόμενες αυτοειρωνευόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυτοειρωνευόμενος < αυτο- + ειρωνευόμενος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμουενωριεοτυα

αυτοειρωνευόμενος, -η, -ο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμουενωριεοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά