αυτοθυσιαζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοθυσιαζόμενος η αυτοθυσιαζόμενη το αυτοθυσιαζόμενο
      γενική του αυτοθυσιαζόμενου της αυτοθυσιαζόμενης του αυτοθυσιαζόμενου
    αιτιατική τον αυτοθυσιαζόμενο την αυτοθυσιαζόμενη το αυτοθυσιαζόμενο
     κλητική αυτοθυσιαζόμενε αυτοθυσιαζόμενη αυτοθυσιαζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοθυσιαζόμενοι οι αυτοθυσιαζόμενες τα αυτοθυσιαζόμενα
      γενική των αυτοθυσιαζόμενων των αυτοθυσιαζόμενων των αυτοθυσιαζόμενων
    αιτιατική τους αυτοθυσιαζόμενους τις αυτοθυσιαζόμενες τα αυτοθυσιαζόμενα
     κλητική αυτοθυσιαζόμενοι αυτοθυσιαζόμενες αυτοθυσιαζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζαισυθοτυα

αυτοθυσιαζόμενος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζαισυθοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά