αυτοκαθαριζόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοκαθαριζόμενος η αυτοκαθαριζόμενη το αυτοκαθαριζόμενο
      γενική του αυτοκαθαριζόμενου της αυτοκαθαριζόμενης του αυτοκαθαριζόμενου
    αιτιατική τον αυτοκαθαριζόμενο την αυτοκαθαριζόμενη το αυτοκαθαριζόμενο
     κλητική αυτοκαθαριζόμενε αυτοκαθαριζόμενη αυτοκαθαριζόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοκαθαριζόμενοι οι αυτοκαθαριζόμενες τα αυτοκαθαριζόμενα
      γενική των αυτοκαθαριζόμενων των αυτοκαθαριζόμενων των αυτοκαθαριζόμενων
    αιτιατική τους αυτοκαθαριζόμενους τις αυτοκαθαριζόμενες τα αυτοκαθαριζόμενα
     κλητική αυτοκαθαριζόμενοι αυτοκαθαριζόμενες αυτοκαθαριζόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυτοκαθαριζόμενος: μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοκαθαρίζομαιΚατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοζιραθακοτυα

αυτοκαθαριζόμενος, -η, -ο

  • που καθαρίζεται μόνος του
    Σουηδοί ερευνητές δημιούργησαν δύο επαναστατικά υλικά με τα οποία κατάφεραν να κατασκευάσουν ένα νέο τύπο πιατικών με εντυπωσιακές ιδιότητες με κυριότερη ότι είναι... αυτοκαθαριζόμενα. Αυτό σημαίνει ότι στα πιάτα αυτά δεν «κολλούν» πλέον οι τροφές και οι σάλτσες, ενώ τα υγρά απωθούνται. (*)

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμοζιραθακοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά