αυτοπυρπολημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοπυρπολημένος η αυτοπυρπολημένη το αυτοπυρπολημένο
      γενική του αυτοπυρπολημένου της αυτοπυρπολημένης του αυτοπυρπολημένου
    αιτιατική τον αυτοπυρπολημένο την αυτοπυρπολημένη το αυτοπυρπολημένο
     κλητική αυτοπυρπολημένε αυτοπυρπολημένη αυτοπυρπολημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοπυρπολημένοι οι αυτοπυρπολημένες τα αυτοπυρπολημένα
      γενική των αυτοπυρπολημένων των αυτοπυρπολημένων των αυτοπυρπολημένων
    αιτιατική τους αυτοπυρπολημένους τις αυτοπυρπολημένες τα αυτοπυρπολημένα
     κλητική αυτοπυρπολημένοι αυτοπυρπολημένες αυτοπυρπολημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηλοπρυποτυα

αυτοπυρπολημένος



Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηλοπρυποτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά