αυτορευστοποιούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτορευστοποιούμενος η αυτορευστοποιούμενη το αυτορευστοποιούμενο
      γενική του αυτορευστοποιούμενου της αυτορευστοποιούμενης του αυτορευστοποιούμενου
    αιτιατική τον αυτορευστοποιούμενο την αυτορευστοποιούμενη το αυτορευστοποιούμενο
     κλητική αυτορευστοποιούμενε αυτορευστοποιούμενη αυτορευστοποιούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτορευστοποιούμενοι οι αυτορευστοποιούμενες τα αυτορευστοποιούμενα
      γενική των αυτορευστοποιούμενων των αυτορευστοποιούμενων των αυτορευστοποιούμενων
    αιτιατική τους αυτορευστοποιούμενους τις αυτορευστοποιούμενες τα αυτορευστοποιούμενα
     κλητική αυτορευστοποιούμενοι αυτορευστοποιούμενες αυτορευστοποιούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυτορευστοποιούμενος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) self-liquidating. Μορφολογία αναλύεται σε αυτο- + ρευστοποιούμενος.  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοιοποτσυεροτυα

αυτορευστοποιούμενος, -η, -ο

  1. (νεολογισμόςΚατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά), οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)) αυτό που από την ίδια την λειτουργία του παρέχει το ποσό για την αποπληρωμή του κεφαλαίου που απαιτήθηκε (συνήθως μέσω δανεισμού) για την απόκτησή του
  2. (νεολογισμόςΚατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά), οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)) που σχετίζεται με συναλλαγές όπου διαφορά αγαθά μετατρέπονται σε ρευστό (χρήμα) σε ένα (σχετικά) σύντομο χρονικό διάστημα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυοιοποτσυεροτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)