αυτοτιμωρημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοτιμωρημένος η αυτοτιμωρημένη το αυτοτιμωρημένο
      γενική του αυτοτιμωρημένου της αυτοτιμωρημένης του αυτοτιμωρημένου
    αιτιατική τον αυτοτιμωρημένο την αυτοτιμωρημένη το αυτοτιμωρημένο
     κλητική αυτοτιμωρημένε αυτοτιμωρημένη αυτοτιμωρημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοτιμωρημένοι οι αυτοτιμωρημένες τα αυτοτιμωρημένα
      γενική των αυτοτιμωρημένων των αυτοτιμωρημένων των αυτοτιμωρημένων
    αιτιατική τους αυτοτιμωρημένους τις αυτοτιμωρημένες τα αυτοτιμωρημένα
     κλητική αυτοτιμωρημένοι αυτοτιμωρημένες αυτοτιμωρημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηρωμιτοτυα

αυτοτιμωρημένος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηρωμιτοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά