αυτοϊκανοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοϊκανοποιημένος η αυτοϊκανοποιημένη το αυτοϊκανοποιημένο
      γενική του αυτοϊκανοποιημένου της αυτοϊκανοποιημένης του αυτοϊκανοποιημένου
    αιτιατική τον αυτοϊκανοποιημένο την αυτοϊκανοποιημένη το αυτοϊκανοποιημένο
     κλητική αυτοϊκανοποιημένε αυτοϊκανοποιημένη αυτοϊκανοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοϊκανοποιημένοι οι αυτοϊκανοποιημένες τα αυτοϊκανοποιημένα
      γενική των αυτοϊκανοποιημένων των αυτοϊκανοποιημένων των αυτοϊκανοποιημένων
    αιτιατική τους αυτοϊκανοποιημένους τις αυτοϊκανοποιημένες τα αυτοϊκανοποιημένα
     κλητική αυτοϊκανοποιημένοι αυτοϊκανοποιημένες αυτοϊκανοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αυτοϊκανοποιημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αυτοϊκανοποιούμαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοπονακιοτυα

αυτοϊκανοποιημένος

  1. ο αυνανιζόμενος
  2. ο αυτάρκης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοπονακιοτυα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά