αφιεραρχημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αφιεραρχημένος η αφιεραρχημένη το αφιεραρχημένο
      γενική του αφιεραρχημένου της αφιεραρχημένης του αφιεραρχημένου
    αιτιατική τον αφιεραρχημένο την αφιεραρχημένη το αφιεραρχημένο
     κλητική αφιεραρχημένε αφιεραρχημένη αφιεραρχημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αφιεραρχημένοι οι αφιεραρχημένες τα αφιεραρχημένα
      γενική των αφιεραρχημένων των αφιεραρχημένων των αφιεραρχημένων
    αιτιατική τους αφιεραρχημένους τις αφιεραρχημένες τα αφιεραρχημένα
     κλητική αφιεραρχημένοι αφιεραρχημένες αφιεραρχημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αφιεραρχημένος < αφ- + ιεραρχημένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηχραρειφα

αφιεραρχημένος

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηχραρειφα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά