βατραχοπόδαρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βατραχοπόδαρο τα βατραχοπόδαρα
      γενική του βατραχοπόδαρου των βατραχοπόδαρων
    αιτιατική το βατραχοπόδαρο τα βατραχοπόδαρα
     κλητική βατραχοπόδαρο βατραχοπόδαρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βατραχοπόδαρο < βάτραχος + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + ποδάρι + -οΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) (2. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) cuisses de grenouille)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οραδοποχαρταβ

βατραχοπόδαρο ουδέτερο

  1. (σπάνιο)Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά) το πόδι ενός βατράχου
  2. (στον πληθυντικό) βατραχοπόδαρα: (γαστρονομία)Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά) τα πίσω άκρα του βατράχου, που χρησιμοποιούνται και ως γαστρονομικό έδεσμα σε ορισμένες κουζίνες

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)