βελτιστοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βελτιστοποιημένος η βελτιστοποιημένη το βελτιστοποιημένο
      γενική του βελτιστοποιημένου της βελτιστοποιημένης του βελτιστοποιημένου
    αιτιατική τον βελτιστοποιημένο τη βελτιστοποιημένη το βελτιστοποιημένο
     κλητική βελτιστοποιημένε βελτιστοποιημένη βελτιστοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βελτιστοποιημένοι οι βελτιστοποιημένες τα βελτιστοποιημένα
      γενική των βελτιστοποιημένων των βελτιστοποιημένων των βελτιστοποιημένων
    αιτιατική τους βελτιστοποιημένους τις βελτιστοποιημένες τα βελτιστοποιημένα
     κλητική βελτιστοποιημένοι βελτιστοποιημένες βελτιστοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποτσιτλεβ

βελτιστοποιημένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποτσιτλεβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά