βλεφαριασμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βλεφαριασμένος η βλεφαριασμένη το βλεφαριασμένο
      γενική του βλεφαριασμένου της βλεφαριασμένης του βλεφαριασμένου
    αιτιατική τον βλεφαριασμένο τη βλεφαριασμένη το βλεφαριασμένο
     κλητική βλεφαριασμένε βλεφαριασμένη βλεφαριασμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βλεφαριασμένοι οι βλεφαριασμένες τα βλεφαριασμένα
      γενική των βλεφαριασμένων των βλεφαριασμένων των βλεφαριασμένων
    αιτιατική τους βλεφαριασμένους τις βλεφαριασμένες τα βλεφαριασμένα
     κλητική βλεφαριασμένοι βλεφαριασμένες βλεφαριασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσαιραφελβ

βλεφαριασμένος





Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσαιραφελβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά