βοτανολογημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βοτανολογημένος η βοτανολογημένη το βοτανολογημένο
      γενική του βοτανολογημένου της βοτανολογημένης του βοτανολογημένου
    αιτιατική τον βοτανολογημένο τη βοτανολογημένη το βοτανολογημένο
     κλητική βοτανολογημένε βοτανολογημένη βοτανολογημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βοτανολογημένοι οι βοτανολογημένες τα βοτανολογημένα
      γενική των βοτανολογημένων των βοτανολογημένων των βοτανολογημένων
    αιτιατική τους βοτανολογημένους τις βοτανολογημένες τα βοτανολογημένα
     κλητική βοτανολογημένοι βοτανολογημένες βοτανολογημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηγολονατοβ

βοτανολογημένος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηγολονατοβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά