βουτυρωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βουτυρωμένος η βουτυρωμένη το βουτυρωμένο
      γενική του βουτυρωμένου της βουτυρωμένης του βουτυρωμένου
    αιτιατική τον βουτυρωμένο τη βουτυρωμένη το βουτυρωμένο
     κλητική βουτυρωμένε βουτυρωμένη βουτυρωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βουτυρωμένοι οι βουτυρωμένες τα βουτυρωμένα
      γενική των βουτυρωμένων των βουτυρωμένων των βουτυρωμένων
    αιτιατική τους βουτυρωμένους τις βουτυρωμένες τα βουτυρωμένα
     κλητική βουτυρωμένοι βουτυρωμένες βουτυρωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βουτυρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) βουτυρώνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωρυτυοβ

βουτυρωμένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωρυτυοβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά