βραχυκυκλωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βραχυκυκλωμένος η βραχυκυκλωμένη το βραχυκυκλωμένο
      γενική του βραχυκυκλωμένου της βραχυκυκλωμένης του βραχυκυκλωμένου
    αιτιατική τον βραχυκυκλωμένο τη βραχυκυκλωμένη το βραχυκυκλωμένο
     κλητική βραχυκυκλωμένε βραχυκυκλωμένη βραχυκυκλωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βραχυκυκλωμένοι οι βραχυκυκλωμένες τα βραχυκυκλωμένα
      γενική των βραχυκυκλωμένων των βραχυκυκλωμένων των βραχυκυκλωμένων
    αιτιατική τους βραχυκυκλωμένους τις βραχυκυκλωμένες τα βραχυκυκλωμένα
     κλητική βραχυκυκλωμένοι βραχυκυκλωμένες βραχυκυκλωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

βραχυκυκλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) βραχυκυκλώνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωλκυκυχαρβ

βραχυκυκλωμένος, -η, -ο

  1. που έχει υποστεί βραχυκύκλωμα
  2. (μεταφορικά) που έχει μπει σε αδιέξοδο, μπλοκαρισμένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωλκυκυχαρβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά