γαργαλεμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαργαλεμένος η γαργαλεμένη το γαργαλεμένο
      γενική του γαργαλεμένου της γαργαλεμένης του γαργαλεμένου
    αιτιατική τον γαργαλεμένο τη γαργαλεμένη το γαργαλεμένο
     κλητική γαργαλεμένε γαργαλεμένη γαργαλεμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαργαλεμένοι οι γαργαλεμένες τα γαργαλεμένα
      γενική των γαργαλεμένων των γαργαλεμένων των γαργαλεμένων
    αιτιατική τους γαργαλεμένους τις γαργαλεμένες τα γαργαλεμένα
     κλητική γαργαλεμένοι γαργαλεμένες γαργαλεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γαργαλεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) γαργαλεύω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμελαγραγ

γαργαλεμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη γαργαλημένος Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμελαγραγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά