γιαουρτωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γιαουρτωμένος η γιαουρτωμένη το γιαουρτωμένο
      γενική του γιαουρτωμένου της γιαουρτωμένης του γιαουρτωμένου
    αιτιατική τον γιαουρτωμένο τη γιαουρτωμένη το γιαουρτωμένο
     κλητική γιαουρτωμένε γιαουρτωμένη γιαουρτωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γιαουρτωμένοι οι γιαουρτωμένες τα γιαουρτωμένα
      γενική των γιαουρτωμένων των γιαουρτωμένων των γιαουρτωμένων
    αιτιατική τους γιαουρτωμένους τις γιαουρτωμένες τα γιαουρτωμένα
     κλητική γιαουρτωμένοι γιαουρτωμένες γιαουρτωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωτρυοαιγ

γιαουρτωμένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωτρυοαιγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά