γιγαντούμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γιγαντούμενος η γιγαντούμενη το γιγαντούμενο
      γενική του γιγαντούμενου της γιγαντούμενης του γιγαντούμενου
    αιτιατική τον γιγαντούμενο τη γιγαντούμενη το γιγαντούμενο
     κλητική γιγαντούμενε γιγαντούμενη γιγαντούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γιγαντούμενοι οι γιγαντούμενες τα γιγαντούμενα
      γενική των γιγαντούμενων των γιγαντούμενων των γιγαντούμενων
    αιτιατική τους γιγαντούμενους τις γιγαντούμενες τα γιγαντούμενα
     κλητική γιγαντούμενοι γιγαντούμενες γιγαντούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γιγαντούμενος, μετοχή ενεστώτα του γιγαντούμαι

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοτναγιγ

γιγαντούμενος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυοτναγιγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά