γκαντεμιασμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- γκαντεμιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γκαντεμιάζομαιΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) / γκαντεμιάζω
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσαιμετνακγ
γκαντεμιασμένος, -η, -ο
Μεταφράσεις
γκαντεμιασμένος
|
|