γκαντεμιασμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γκαντεμιασμένος η γκαντεμιασμένη το γκαντεμιασμένο
      γενική του γκαντεμιασμένου της γκαντεμιασμένης του γκαντεμιασμένου
    αιτιατική τον γκαντεμιασμένο την γκαντεμιασμένη το γκαντεμιασμένο
     κλητική γκαντεμιασμένε γκαντεμιασμένη γκαντεμιασμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γκαντεμιασμένοι οι γκαντεμιασμένες τα γκαντεμιασμένα
      γενική των γκαντεμιασμένων των γκαντεμιασμένων των γκαντεμιασμένων
    αιτιατική τους γκαντεμιασμένους τις γκαντεμιασμένες τα γκαντεμιασμένα
     κλητική γκαντεμιασμένοι γκαντεμιασμένες γκαντεμιασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γκαντεμιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γκαντεμιάζομαιΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) / γκαντεμιάζω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσαιμετνακγ

γκαντεμιασμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσαιμετνακγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά