γκαργκανιασμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσαινακγρακγ
γκαργκανιασμένος, -η, -ο
- (σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)) ξεραμένος, σχεδόν καμένος
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Χαμογελάει συγκαταβατικά ο ταπεινός φύλακας του ήλιου γκαργκανιασμένος (Πάνος Ζέρβας, Σφηνάκια, Αυτοέκδοση, 2022 )
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Οι βροχές φέτος άργησαν πολύ, ήρθαν και ξεδίψασαν τη γκαργκανιασμένη γη (Ηλία Πολέμη, Ικαριώτικες Χιονοσταλίδες … ή μήπως τα “edelweiss” του Αιγαίου;, androsroutes.gr, )
Άλλες μορφές
Συγγενικά
Μεταφράσεις
γκαργκανιασμένος
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)