γκασταρμπάιτερ

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

γκασταρμπάιτερ < (άμεσο δάνειο) γερμανική Κατηγορία:Δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Gastarbeiter < Gast (φιλοξενούμενος) +‎ Arbeiter (εργάτης)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ρετιαπμρατσακγ

γκασταρμπάιτερ αρσενικό άκλιτοΚατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα αρσενικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

  • ο μη Γερμανός εργάτης στη Γερμανία
    «Μια νέα γενιά μεταναστών αναζητά μέλλον στη Γερμανία. Είναι υψηλής ειδίκευσης και προέρχεται από τη νότια και την ανατολική Ευρώπη. Η Γερμανία πρέπει να μάθει πώς να κρατήσει αυτούς τους νεοφερμένους μετανάστες», σχολιάζει το Spiegel, που δεν κρύβει την επιλεκτική διάκριση της επιστημονικής μετανάστευσης των ημερών μας με τους γκασταρμπάιτερ της δεκαετίας του 50. (*)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ρετιαπμρατσακγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)