Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα αρσενικά (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Γραμματικές κατηγορίες » Ουσιαστικά » κατά τη κλίση » άκλιτα » αρσενικά ««« « Ουσιαστικά αρσενικά |
| για τους συντάκτες: πρότυπο |
Ελληνικής προέλευσης άκλιτα αρσενικά είναι: ο εξαποδώ (& οξαποδώ), πάτερ (ως άκλιτο προτακτικό), ο πλησίον
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα αρσενικά (νέα ελληνικά)"
- αγιατολάχ
- Αζόρ
- ακομπανιατέρ
- αμπιγιέρ
- βεελζεβούλ
- βελζεβούλ
- Βενιαμίν
- βενιαμίν
- βλόγκερ
- βράχμαν
- Βραχμαπούτρα
- γέσμαν
- γέτι
- Γιαχβέ
- γιέσμαν
- Γιεχωβά
- γιόγκι
- γιουροφάν
- γκάνγκστερ
- γκαουλάιτερ
- γκασταρμπάιτερ
- γκέι
- γκιαούρ
- Γκλύξμπουργκ
- γκουρού
- γκρουμ
- Δαβίδ
- δαλάι
- Δαλάι Λάμα
- δον
- δονζουάν
- εμιγκρέ
- εξαποδώ
- ζεν πρεμιέ
- ζιγκολό
- ζογκλέρ
- Θωτ
- Ιεοβά
- Ιεχοβά
- Ιεχωβά
- Ιωακείμ
- κάιζερ
- καμέραμαν
- καμεραμάν
- καμικάζι
- καμπούτερς
- καπετάν
- κάπταιν
- καπτάν
- καπτάν-
- κάπτεν
- καραγκέι
- καρατέκα
- κασκαντέρ
- κίλερ
- κλακέρ
- κλόουν
- κομάντο
- κομάντος
- κομπάιλερ
- κομπέρ
- κονσοματέρ
- κονφερασιέ
- κόουτς
- Κριμπά
- κρυφογκέι
- κυρ
- λάινσμαν
- λάμα
- λάτε
- λεβιάθαν
- μαθός
- μαιτρ
- μακιγιέρ
- Μανουήλ
- μασέρ
- Μελχιόρ
- Μελχισεδέκ
- μετρ
- μετρ ντ'οτέλ
- Μιρ
- μολώχ
- μοντέρ
- μπάρμαν
- μπάτλερ
- μπίζνεσμαν
- μπισόουνεν
- μπλόγκερ
- μπλοκέρ
- μποξέρ
- μπόρα
- μπούμαν
- μπράχμαν
- ναζί
- νεοναζί
- νες
- νεσκαφέ
- Ντάτα
- Ντέιτα
- ντεκορατέρ
- ντιζέρ
- ντον
- ντούτσε
- οξαποδώ
- οπερατέρ
- παπαράτσι
- πάτερ
- περφόρμερ
- Πίντσας
- πλησίον
- πόλισμαν
- πόλιτσμαν
- ραβί
- ράπερ
- ρεζισέρ
- ρέκορντμαν
- ρέφερι
- ρεφερί
- σαμουράι
- Σαμψών
- σενσέι
- σέντερ μπακ
- σέντερ φορ
- σερ
- σέρβερ
- σεφ
- σεφ πατισιέ
- σιμούν
- σινιόρ
- σιορ
- ΣΜΕ
- σόγκουν
- σογκούν
- σολίστ
- σόουμαν
- σούπερμαν
- σουτέρ
- σοφέρ
- σπεσιαλίστας
- σπήκερ
- σπίκερ
- σπόνσορ
- σπόρτσμαν
- σπούτνικ
- στάρετς
- στόπερ
- τάξιμαν
- τατουέρ
- τζέντλεμαν
- τζόκεϊ
- Τορμπές
- τρασέρ
- τραφικέιτορ
- τρικολόρ
- τσάρεβιτς
- τσυρ
- φεν
- φρέντο
- φρεντοτσίνο
- χάκα
- χάκερ
- χαν
- χαρματάν
- χμερ
- χούλιγκαν