ντεκορατέρ

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

ντεκορατέρ < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) décorateur < λατινική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά) decorator < decoratus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του decoro < decor < decet

Προφορά

ΔΦΑ : /de.ko.ɾaˈteɾ/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ντεκορατέρ

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ρεταροκετν

ντεκορατέρ αρσενικό άκλιτοΚατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα αρσενικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) (θηλυκό ντεκορατρίς)

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)