γκρεμοτσακισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γκρεμοτσακισμένος η γκρεμοτσακισμένη το γκρεμοτσακισμένο
      γενική του γκρεμοτσακισμένου της γκρεμοτσακισμένης του γκρεμοτσακισμένου
    αιτιατική τον γκρεμοτσακισμένο την γκρεμοτσακισμένη το γκρεμοτσακισμένο
     κλητική γκρεμοτσακισμένε γκρεμοτσακισμένη γκρεμοτσακισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γκρεμοτσακισμένοι οι γκρεμοτσακισμένες τα γκρεμοτσακισμένα
      γενική των γκρεμοτσακισμένων των γκρεμοτσακισμένων των γκρεμοτσακισμένων
    αιτιατική τους γκρεμοτσακισμένους τις γκρεμοτσακισμένες τα γκρεμοτσακισμένα
     κλητική γκρεμοτσακισμένοι γκρεμοτσακισμένες γκρεμοτσακισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γκρεμοτσακισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γκρεμοτσακίζωΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά). Αναλύεται σε γκρεμ(ός) + -ο- + τσακισμένος

Προφορά

ΔΦΑ : /ɡɾe.mo.t͡sa.ciˈzme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γκρεμοτσακισμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσικαστομερκγ

γκρεμοτσακισμένος

  1. που τον έχουν ρίξει ή έχει πέσει από ψηλά σε μεγάλο βάθος και έχει τσακιστεί (έμψυχο ή άψυχο)
  2. (υπερβολή) που έπεσε και χτύπησε πάρα πολύ
  3. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) που έχει καταβαραθρωθεί, σε βάθη απόγνωσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσικαστομερκγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά