γλυκοκοιμισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γλυκοκοιμισμένος η γλυκοκοιμισμένη το γλυκοκοιμισμένο
      γενική του γλυκοκοιμισμένου της γλυκοκοιμισμένης του γλυκοκοιμισμένου
    αιτιατική τον γλυκοκοιμισμένο τη γλυκοκοιμισμένη το γλυκοκοιμισμένο
     κλητική γλυκοκοιμισμένε γλυκοκοιμισμένη γλυκοκοιμισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γλυκοκοιμισμένοι οι γλυκοκοιμισμένες τα γλυκοκοιμισμένα
      γενική των γλυκοκοιμισμένων των γλυκοκοιμισμένων των γλυκοκοιμισμένων
    αιτιατική τους γλυκοκοιμισμένους τις γλυκοκοιμισμένες τα γλυκοκοιμισμένα
     κλητική γλυκοκοιμισμένοι γλυκοκοιμισμένες γλυκοκοιμισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιμιοκοκυλγ

γλυκοκοιμισμένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσιμιοκοκυλγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά