γλυκοφιλημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γλυκοφιλημένος η γλυκοφιλημένη το γλυκοφιλημένο
      γενική του γλυκοφιλημένου της γλυκοφιλημένης του γλυκοφιλημένου
    αιτιατική τον γλυκοφιλημένο τη γλυκοφιλημένη το γλυκοφιλημένο
     κλητική γλυκοφιλημένε γλυκοφιλημένη γλυκοφιλημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γλυκοφιλημένοι οι γλυκοφιλημένες τα γλυκοφιλημένα
      γενική των γλυκοφιλημένων των γλυκοφιλημένων των γλυκοφιλημένων
    αιτιατική τους γλυκοφιλημένους τις γλυκοφιλημένες τα γλυκοφιλημένα
     κλητική γλυκοφιλημένοι γλυκοφιλημένες γλυκοφιλημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Προφορά

ΔΦΑ : /ɣli.ko.fi.liˈme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: γλυκοφιλημένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηλιφοκυλγ

γλυκοφιλημένος, -η, -ο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηλιφοκυλγ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά