γουρουνομαθημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γουρουνομαθημένος η γουρουνομαθημένη το γουρουνομαθημένο
      γενική του γουρουνομαθημένου της γουρουνομαθημένης του γουρουνομαθημένου
    αιτιατική τον γουρουνομαθημένο τη γουρουνομαθημένη το γουρουνομαθημένο
     κλητική γουρουνομαθημένε γουρουνομαθημένη γουρουνομαθημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γουρουνομαθημένοι οι γουρουνομαθημένες τα γουρουνομαθημένα
      γενική των γουρουνομαθημένων των γουρουνομαθημένων των γουρουνομαθημένων
    αιτιατική τους γουρουνομαθημένους τις γουρουνομαθημένες τα γουρουνομαθημένα
     κλητική γουρουνομαθημένοι γουρουνομαθημένες γουρουνομαθημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

γουρουνομαθημένος < γουρούνι + -μαθημένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηθαμονυορυογ

γουρουνομαθημένος, -η, -ο

  • αυτός που (έχει μάθει να) ζει όπως τα γουρούνια

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηθαμονυορυογ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά