γραφειοκρατικοποιώ
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- γραφειοκρατικοποιώ < γραφειοκρατία + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -ποιώΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά) bureaucratiser[1])
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωιοποκιταρκοιεφαργ
γραφειοκρατικοποιώ
- μετατρέπω μια διαδικασία ή έναν οργανισμό σε σύστημα που λειτουργεί με αυξημένους τυπικούς κανόνες, ιεραρχία και χρονοβόρες διοικητικές πρακτικές
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 )
Συγγενικά
- γραφειοκρατικοποίηση
- → δείτε τις λέξεις γραφειοκρατία και ποιώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | γραφειοκρατικοποιώ | γραφειοκρατικοποιούσα | θα γραφειοκρατικοποιώ | να γραφειοκρατικοποιώ | γραφειοκρατικοποιώντας | |
| β' ενικ. | γραφειοκρατικοποιείς | γραφειοκρατικοποιούσες | θα γραφειοκρατικοποιείς | να γραφειοκρατικοποιείς | (γραφειοκρατικοποίει) | |
| γ' ενικ. | γραφειοκρατικοποιεί | γραφειοκρατικοποιούσε | θα γραφειοκρατικοποιεί | να γραφειοκρατικοποιεί | ||
| α' πληθ. | γραφειοκρατικοποιούμε | γραφειοκρατικοποιούσαμε | θα γραφειοκρατικοποιούμε | να γραφειοκρατικοποιούμε | ||
| β' πληθ. | γραφειοκρατικοποιείτε | γραφειοκρατικοποιούσατε | θα γραφειοκρατικοποιείτε | να γραφειοκρατικοποιείτε | γραφειοκρατικοποιείτε | |
| γ' πληθ. | γραφειοκρατικοποιούν(ε) | γραφειοκρατικοποιούσαν(ε) | θα γραφειοκρατικοποιούν(ε) | να γραφειοκρατικοποιούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | γραφειοκρατικοποίησα | θα γραφειοκρατικοποιήσω | να γραφειοκρατικοποιήσω | γραφειοκρατικοποιήσει | ||
| β' ενικ. | γραφειοκρατικοποίησες | θα γραφειοκρατικοποιήσεις | να γραφειοκρατικοποιήσεις | γραφειοκρατικοποίησε | ||
| γ' ενικ. | γραφειοκρατικοποίησε | θα γραφειοκρατικοποιήσει | να γραφειοκρατικοποιήσει | |||
| α' πληθ. | γραφειοκρατικοποιήσαμε | θα γραφειοκρατικοποιήσουμε | να γραφειοκρατικοποιήσουμε | |||
| β' πληθ. | γραφειοκρατικοποιήσατε | θα γραφειοκρατικοποιήσετε | να γραφειοκρατικοποιήσετε | γραφειοκρατικοποιήστε | ||
| γ' πληθ. | γραφειοκρατικοποίησαν γραφειοκρατικοποιήσαν(ε) |
θα γραφειοκρατικοποιήσουν(ε) | να γραφειοκρατικοποιήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω γραφειοκρατικοποιήσει | είχα γραφειοκρατικοποιήσει | θα έχω γραφειοκρατικοποιήσει | να έχω γραφειοκρατικοποιήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις γραφειοκρατικοποιήσει | είχες γραφειοκρατικοποιήσει | θα έχεις γραφειοκρατικοποιήσει | να έχεις γραφειοκρατικοποιήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει γραφειοκρατικοποιήσει | είχε γραφειοκρατικοποιήσει | θα έχει γραφειοκρατικοποιήσει | να έχει γραφειοκρατικοποιήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε γραφειοκρατικοποιήσει | είχαμε γραφειοκρατικοποιήσει | θα έχουμε γραφειοκρατικοποιήσει | να έχουμε γραφειοκρατικοποιήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε γραφειοκρατικοποιήσει | είχατε γραφειοκρατικοποιήσει | θα έχετε γραφειοκρατικοποιήσει | να έχετε γραφειοκρατικοποιήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν γραφειοκρατικοποιήσει | είχαν γραφειοκρατικοποιήσει | θα έχουν γραφειοκρατικοποιήσει | να έχουν γραφειοκρατικοποιήσει |
| |
Μεταφράσεις
γραφειοκρατικοποιώ
Αναφορές
- ↑ γραφειοκρατικοποιώ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ποιώ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ρήματα που κλίνονται όπως το «θεωρώ»
Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)