γραφικό στοιχείο
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- γραφικό στοιχείο < → δείτε τις λέξεις γραφικός και στοιχείο < (γραφικό) μαραφέτι < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) widget
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιεχιοτσοκιφαργ
- (πληροφορική)Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά), (GUI) widget: ένα από τα πολλά μέσα αλληλοεπίδρασης του χρήστη με το γραφικό περιβάλλον του υπολογιστή, όπως ένα (γραφικό) πλήκτρο «καταχώρηση» ή «ακύρωση», ένα μενού επιλογών, ένα κουτί καταχώρησης, κλπ.
Υπερώνυμα
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιεχιοτσοκιφαργ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πληροφορική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)