γρουσουζεμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γρουσουζεμένος η γρουσουζεμένη το γρουσουζεμένο
      γενική του γρουσουζεμένου της γρουσουζεμένης του γρουσουζεμένου
    αιτιατική τον γρουσουζεμένο τη γρουσουζεμένη το γρουσουζεμένο
     κλητική γρουσουζεμένε γρουσουζεμένη γρουσουζεμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γρουσουζεμένοι οι γρουσουζεμένες τα γρουσουζεμένα
      γενική των γρουσουζεμένων των γρουσουζεμένων των γρουσουζεμένων
    αιτιατική τους γρουσουζεμένους τις γρουσουζεμένες τα γρουσουζεμένα
     κλητική γρουσουζεμένοι γρουσουζεμένες γρουσουζεμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμεζυοσυοργ

γρουσουζεμένος




Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμεζυοσυοργ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά