διαβεβαιωμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαβεβαιωμένος η διαβεβαιωμένη το διαβεβαιωμένο
      γενική του διαβεβαιωμένου της διαβεβαιωμένης του διαβεβαιωμένου
    αιτιατική τον διαβεβαιωμένο τη διαβεβαιωμένη το διαβεβαιωμένο
     κλητική διαβεβαιωμένε διαβεβαιωμένη διαβεβαιωμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαβεβαιωμένοι οι διαβεβαιωμένες τα διαβεβαιωμένα
      γενική των διαβεβαιωμένων των διαβεβαιωμένων των διαβεβαιωμένων
    αιτιατική τους διαβεβαιωμένους τις διαβεβαιωμένες τα διαβεβαιωμένα
     κλητική διαβεβαιωμένοι διαβεβαιωμένες διαβεβαιωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

διαβεβαιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) διαβεβαιώνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωιαβεβαιδ

διαβεβαιωμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμωιαβεβαιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά