διαβεβλημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διαβεβλημένος η διαβεβλημένη το διαβεβλημένο
      γενική του διαβεβλημένου της διαβεβλημένης του διαβεβλημένου
    αιτιατική τον διαβεβλημένο τη διαβεβλημένη το διαβεβλημένο
     κλητική διαβεβλημένε διαβεβλημένη διαβεβλημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διαβεβλημένοι οι διαβεβλημένες τα διαβεβλημένα
      γενική των διαβεβλημένων των διαβεβλημένων των διαβεβλημένων
    αιτιατική τους διαβεβλημένους τις διαβεβλημένες τα διαβεβλημένα
     κλητική διαβεβλημένοι διαβεβλημένες διαβεβλημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

διαβεβλημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) διαβάλλω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηλβεβαιδ

διαβεβλημένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηλβεβαιδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά